Η κούραση της τηλεκπαίδευσης και τι μας μένει από αυτό -Πώς η πανδημία ανοίγει την ψαλίδα των εκπαιδευτικών ανισοτήτων

Σχεδόν ένας χρόνος έχει περάσει από όταν ξεκίνησε η πρώτη καραντίνα, που μας οδήγησε και στην πρώτη συστηματική και εκτεταμένη επαφή μας με την τηλεκπαίδευση. Αν και τα ελληνικά δημόσια σχολεία άργησαν αρκετά να μπουν στον χορό, η ιδιωτική εκπαίδευση — στις περισσότερες περιπτώσεις — μεταφέρθηκε σχεδόν «αυτόματα» online.

Ακόμα θυμάμαι ότι, τότε που ξεκινούσε η όλη διαδικασία, είχα έναν σχετικό ενθουσιασμό. Είχα στρωθεί ένα απόγευμα και προσπαθούσα να δω ποια θα ήταν η καλύτερη και πιο άμεση λύση για τα τηλεμαθήματα που ξεκινούσαν την επόμενη μέρα. Στα πρώτα, δε, μαθήματα, ένιωθα ότι εξερευνούσα έναν νέο κόσμο, μέσα στον οποίο μπορούσα πιο εύκολα να κάνω δεκάδες πράγματα μέσα στην τάξη, τα οποία δεν μπορούσα με έναν συμβατικό πίνακα και κιμωλίες — ή μαρκαδόρους. Ήταν, θα έλεγε κανείς, μία πολύ απροσδόκητη, απότομη αλλά συνάμα κι ευχάριστη αλλαγή — μέσα στην όλη μαυρίλα της κατάστασης.

Η αλήθεια είναι ότι αυτό το κομμάτι της τηλεκπαίδευσης ήρθε κι έμεινε. Ήδη σκέφτομαι πώς γίνεται όλες αυτές τις ανέσεις που μας παρέχουν οι τηλετάξεις να μεταφερθούν κατά το δυνατόν στις παλιές αγαπημένες μας τάξεις. Η αλήθεια είναι ότι πάντα ζητούσα από τα παιδιά στην τάξη να έχουν το κινητό ανά τα χείρας, γιατί έκανε την όλη διαδικασία πολύ πιο διαδραστική και μία πολύ πιο προσωπική εμπειρία μάθησης. Ωστόσο, αυτά δεν αρκούν και, η αλήθεια είναι ότι, άνευ διαδραστικών πινάκων, η όλη διαδικασία χρειάζεται πιο περίτεχνους χειρισμούς.

Όπως και να έχει, αυτές οι σκέψεις και οι ιδέες ίσως πάνω για μία άλλη συζήτηση, έναν άλλο καιρό. Αυτό που τώρα με απασχολεί είναι το πόσο αυτή η διαδικασία έχει κουράσει. Διότι, όσο δημιουργικό και να μπορεί να γίνει ένα μάθημα εξ αποστάσεως, χρησιμοποιώντας πολυμέσα, νέες τεχνικές, δυναμικές αναπαραστάσεις και εμπλέκοντας τους μαθητές και τις μαθήτριες όσο περισσότερο γίνεται από το σπίτι τους, παραμένει ένα μάθημα εξ αποστάσεως. Είναι σχεδόν ένας χρόνος που, ίσως όχι συνεχώς, αλλά με την ιδέα της τηλεκπαίδευσης διαρκώς να πλανάται πάνω από τα κεφάλια μας, εν μέσω, ενδεχομένως, καταλήψεων και τοπικών κλεισιμάτων, τα παιδιά τελούν υπό καθεστώς ψηφιακής ομηρίας στα σπίτια τους. Δεν έχουν τη σιγουριά ότι κάθε πρωί θα μπορούν να δουν τους φίλους και τις φίλες τους, να παίξουν, να μιλήσουν, να χαζολογήσουν, να τσακωθούν, να εκτονωθούν, να κάνουν όλα όσα είναι λογικό και αρμόζον να κάνουν στην ηλικία τους — όποια κι αν είναι αυτή.

Όταν ακόμα και η παραμικρή επικοινωνία διεξάγεται υπό ένα καθεστώς αβεβαιότητας, ότι το μήνυμα δεν έφτασε ακέραιο από τον πομπό στον δέκτη του, τότε αυτό κουράζει. Κουράζει και, συνεπακόλουθα, οδηγεί στην αποστασιοποίηση από τη μαθησιακή διαδικασία.

Όλη αυτή η κούραση ίσως να φαίνεται λίγο ασήμαντη μπροστά στην πανδημία και την έκτασή της, ίσως και να είναι. Δεν είναι όμως, σε απόλυτους αριθμούς, αμελητέα. Νομίζω ότι η πλειονότητα των εκπαιδευτικών σε αυτό συμφωνεί. Ως εκπαιδευτικοί, μπαίνουμε στις τηλετάξεις μας και εισπράττουμε μία κούραση. Μία, πολλές φορές, αδιαφορία, όχι μόνο για το ίδιο το γνωστικό αντικείμενο — διότι αυτό είναι στο χέρι μας, σε έναν βαθμό, να μην είναι βαρετό — αλλά για τη διαδικασία της (τηλ)εκπαίδευσης στο σύνολό της.

Είναι συχνή μία παθητικοεπιθετική ένταση που εκδηλώνεται μεταξύ των μαθητών. Μία μικρή κακία, μία γκρίνια, κάποια εκτόνωση πάνω στις εταιρείες τηλεφωνίας και το δίκτυο που δεν τα σηκώνει όλα, το webex, το skype, το meet και οι άλλες πλατφόρμες που δεν ήταν έτοιμες να αναλάβουν την ευθύνη της κοινωνικής ζωής μας. Όλα φταίνε κάπως. Όλα συνεισφέρουν, λίγο ή πολύ, σε αυτήν τη διάχυτη αίσθηση κόπωσης που αποπνέει η τηλεκπαίδευση.

Ακούμε συχνά από τα κυβερνητικά χείλη και, ειδικότερα, από την ίδια την υπουργό, ότι η τηλεκπαίδευση δουλεύει. Ίσως να δούλεψε στις αρχές του περασμένου Νοέμβρη, όταν τα παιδιά ήταν ακόμα κάπως φρέσκα. Ίσως να ήταν απλά όπως οι πρώτες μέρες μία κατάληψης, όπου όλα σχεδόν τα παιδιά χαίρονται που το σχολείο κλείνει για λίγο — ελάχιστα, άλλωστε, είναι αυτά που βλέπουν τις καταλήψεις ως ένα μέσο διεκδίκησης κι όχι ως ένα πρόσκαιρο πλην όμως ευπρόσδεκτο διάλειμμα. Πολλά, ίσως, μπορεί να βλέπουν εκεί στο υπουργείο που εμείς που ασχολούμαστε άμεσα με την εκπαίδευση δε βλέπουμε. Διότι, πλέον μετά βεβαιότητος, η τηλεκπαίδευση δε δουλεύει.

Ίσως ένας πολύ σημαντικός παράγοντας να είναι οι ελλιπείς υποδομές της χώρας, που δεν μπορούν να διαχειριστούν όλον αυτόν τον φόρτο, από το πρωί ως το βράδυ — εδώ τα δίκτυα μέχρι πρόσφατα έπεφταν σε κάθε μεγάλη γιορτή ή σεισμό λόγω υπερφόρτωσης. Διότι, τουλάχιστον στα τμήματα με τα οποία έχω συστηματική επαφή, είναι ίσως το συχνότερο παράπονο είτε ότι εγώ δεν ακούγομαι καθαρά, είτε ότι τα ίδια δεν μπορούν να συνδεθούν σταθερά, είτε ότι ο διαμοιρασμός οθόνης δε δουλεύει, είτε ό,τι άλλο τεχνικής φύσεως μπορεί κανείς να φανταστεί. Κι όταν ακόμα και η παραμικρή επικοινωνία διεξάγεται υπό ένα καθεστώς αβεβαιότητας, ότι το μήνυμα δεν έφτασε ακέραιο από τον πομπό στον δέκτη του, τότε αυτό κουράζει. Κουράζει και, συνεπακόλουθα, οδηγεί στην αποστασιοποίηση από τη μαθησιακή διαδικασία.

Είμαστε συνοδοιπόροι με τα παιδιά μας σε ένα ταξίδι διαρκούς ενηλικίωσης — και για αυτά αλλά και για εμάς — στο οποίο έντονο χαρακτήρα έχει η γνώση — όπως και σε κάθε καλό ταξίδι, άλλωστε.

Πράγματι, σε τμήματα που πέρυσι τέτοιον καιρό υπήρχε μία ζωντάνια και μία συμμετοχή στο μάθημα, όπως και στις αρχές του Νοέμβρη, τώρα πλέον έχουν φτάσει να θυμίζουν για μεγάλα διαστήματα ανιαρές διαλέξεις ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, συζητήσεις. Η συμμετοχή έχει αρχίσει να γίνεται τυπική, χωρίς ιδιαίτερη ζέση και με έναν πιο διεκπεραιωτικό χαρακτήρα. Πολλά παιδιά μπαίνουν πλέον στο μάθημα απλώς για να είναι εκεί. Διότι, άλλωστε, δεν τους έμειναν και πολλά άλλα να κάνουν, πέρα από το να μπουν στο μάθημα. Πολλά παιδιά — πράγμα που σίγουρα ούτε τα ίδια φαντάζονταν ποτέ ότι θα εκστόμιζαν —αποζητούν πλέον το σχολείο τους συστηματικά, θέλουν να επιστρέψουν σε αυτό.

Μέσα σε όλη αυτήν την κατάσταση, κάποιοι συνάδελφοι αλλά και ιθύνοντες του υπουργείου, το μόνο το οποίο έχουν να μας πουν, είναι ότι τα διαγωνίσματα και η αξιολόγηση των μαθητών και των μαθητριών θα γίνουν κανονικά, όταν αυτά ανοίξουν. Έτσι μας έλεγαν και πριν το πρώτο άνοιγμα του 2021, έτσι μας λένε και τώρα. Σύμφωνοι, σημαντική η αξιολόγηση των μαθητών. Αλλά, σίγουρα, δεν είναι το σημαντικότερο. Για την ακρίβεια, σε αυτήν την κατάσταση, μόλις επιστρέψουμε, έχουμε πρώτα να ξαναχτίσουμε όσα έχουν ίσως χαθεί όλο αυτό το διάστημα της απουσίας. Έχουμε να ξαναθυμηθούμε πώς είναι να επικοινωνούμε. Από κοντά, με ζωντάνια, με ανθρωπιά. Δεν είμαστε, ως εκπαιδευτικοί — ή, τουλάχιστον, δε θα έπρεπε να είμαστε — μία wikipedia με πόδια και χέρια. Είμαστε εκεί για τα παιδιά, πρωτίστως, ως άνθρωποι. Είμαστε συνοδοιπόροι με τα παιδιά μας σε ένα ταξίδι διαρκούς ενηλικίωσης — και για αυτά αλλά και για εμάς — στο οποίο έντονο χαρακτήρα έχει η γνώση — όπως και σε κάθε καλό ταξίδι, άλλωστε.

Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, αυτό το ταξίδι, όταν ξανάρθει στους συνήθεις ρυθμούς του, να μη συνεχιστεί με μία τυπική αξιολόγηση, αλλά με μία επανασύνδεση, με μία αγκαλιά προς τα παιδιά μας, έστω και από κάποια απόσταση. Γιατί, μια αγκαλιά πολλές φορές αρκεί για να ξεκουραστεί ένα κουρασμένο παιδί.

Ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση και φυσικά μαζί της η Ελλάδα, αγωνιά για την εξέλιξη μιας χρονιάς που μοιάζει να έχει σβήσει τα εκπαιδευτικά της ίχνη από τη μαθησιακή πορεία εκατοντάδων μαθητών και μαθητριών.

Σε πρόσφατο αφιέρωμα του Economist που στόχο είχε να παρουσιάσει τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα του lockdown και του συνεχούς «άνοιξε-κλείσε» στα σχολεία ευρωπαϊκών χωρών, ξεχωρίζει μια σοκαριστική διαπίστωση: Σε περιοχές μεγάλων πόλεων όπου μένουν κάτοικοι οικονομικά ασθενών τάξεων, καταγράφηκαν περιπτώσεις μαθητών οι οποίοι όχι μόνο δεν προχώρησαν καθόλου στη μόρφωση τους τους τελευταίους μήνες, αλλά αποδείχθηκε ότι ήξεραν… λιγότερα από όσα είχαν μάθει την περασμένη χρονιά.

Πώς η πανδημία ανοίγει την ψαλίδα των εκπαιδευτικών ανισοτήτων

Ανισότητες κάθε είδους

Οι ανισότητες στη μάθηση, ειδικά σε εκπαιδευτικά συστήματα που είχαν μάθει να στοχεύουν στην ισότητα, αποδείχθηκαν πολλές και απρόβλεπτες: Ανισότητες βασισμένες στην κοινωνική τάξη των μαθητών (τα καλά ιδιωτικά σχολεία σε όλη την ΕΕ αλλά και οι μαθητές που ανήκαν σε περιβάλλοντα μορφωμένων οικογενειών κινήθηκαν ταχύτατα για να καλύψουν τα κενά, ενώ τα παιδιά χωρίς εύκολη πρόσβαση στο Διαδίκτυο και υπολογιστές έμειναν πίσω), ανισότητες βασισμένες σε πολιτικές αποφάσεις (άλλα σχολεία άνοιγαν, άλλα όχι στη διάρκεια της καραντίνας), ανισότητες βασισμένες στις υποδομές και την έγκαιρη κινητοποίηση του κράτους (πολλές χώρες της ΕΕ έσπευσαν να προσλάβουν περισσότερους εκπαιδευτικούς και να λειτουργήσουν ολιγομελείς τάξεις, κάτι που τους επέτρεψε να λειτουργήσουν δια ζώσης για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, ενώ άλλες όχι).

Αναζητώντας τον χαμένο εκπαιδευτικό χρόνο

Σε κάθε περίπτωση η εξίσωση καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα: χαμένος διδακτικός χρόνος, χαμένες ευκαιρίες, εκπαιδευτικά οικοδομήματα χρόνων που μοιάζουν να καταρρέουν. Απειλή για τη συνοχή της κοινωνίας. Και απουσία εναλλακτικών για όσους τελικά θα αποτύχουν στις φετινές εθνικές αξιολογήσεις. «Είναι άλλο πράγμα να στέλνεις ένα νέο στην ανεργία στα 18, και άλλο στα 23 του, αφού έχει τελειώσει μια σχολή ανώτατης εκπαίδευσης» έλεγε πρόσφατα στο «Βήμα» καθηγήτρια μεγάλου γερμανικού πανεπιστημίου.

Έτσι ή αλλιώς, η σχολική χρονιά που διανύουμε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει καλύψει (ή μπορεί να καλύψει στον χρόνο που μένει) τη διδακτέα ύλη της, οπότε αφήνει στο πέρασμα της ένα δισεπίλυτο γρίφο αλλά και την ανάγκη δύσκολων αποφάσεων.

Η παράταση της σχολικής χρονιάς που είναι ένα σχετικά εύκολο μέτρο και θα υιοθετηθεί πιθανότατα και στη χώρα μας, δεν μοιάζει να λύνει το πρόβλημα, ενώ σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι πιο «σκληροπυρηνικοί» συζητούν μέχρι και την επανάληψη του σχολικού έτους.

Το ενδεχόμενο παράτασης της σχολικής χρονιάς έως τα Χριστούγεννα εξετάζεται πλέον σοβαρά στη Γερμανία λόγω των προβλημάτων που δημιουργεί η εξ αποστάσεως εκπαίδευση, ενώ στην Ιταλία η παράταση της σχολικής χρονιάς έχει εξαγγελθεί από τον ίδιο τον πρωθυπουργό Μάριο Ντράγκι έως τον Ιούλιο.

Η Τράπεζα θεμάτων στην Ελλάδα

Σε κάθε περίπτωση είναι προφανές ότι η επιμονή σε τεστ και στην αυστηρή αξιολόγηση εκατοντάδων μαθητών και μαθητριών που μάλλον πήραν φέτος το μήνυμα ότι όσο κι αν προσπαθούν μπορεί να μην πετυχαίνουν τα αποτελέσματα που επιδιώκουν, είναι παρακινδυνευμένη και παιδαγωγικά ακατανόητη.

Στην Ελλάδα δε φέτος ξεκινάει (μάλλον βιαστικά) και η εφαρμογή του θεσμού της «Τράπεζας θεμάτων» από την Α τάξη του Λυκείου και τις προαγωγικές εξετάσεις της του καλοκαιριού. Εκπαιδευτικοί και οι εκπρόσωποι επιστημονικών Ενώσεων βέβαια, θεωρούν ότι θα ήταν καλύτερο η εφαρμογή της να ξεκινήσει από την επόμενη σχολική χρονιά, καθώς ήδη έχει πίσω της την προϊστορία μιας πρώτης, σχετικά βιαστικής εφαρμογής της την περίοδο 2013-14.

Αρνητική επί του θέματος ήταν μεταξύ άλλων η Ελληνική Μαθηματική Εταιρεία. «Καλούμε τους αρμόδιους παράγοντες να απομακρύνουν σκέψεις για περαιτέρω επιβάρυνση του εξεταστικοκεντρικού χαρακτήρα των σχολικών μαθηματικών, όπως με την επιβολή της τράπεζας θεμάτων ή τον κεντρικό καθορισμό εξεταστέας ύλης και τρόπου διεξαγωγής των προαγωγικών εξετάσεων» ανέφεραν σε χαρακτηριστική ανακοίνωση τους τα μέλη του ΔΣ της Εταιρείας.

Εξάλλου ήδη οι φετινοί υποψήφιοι των πανελλαδικών εξετάσεων θα έχουν να αντιμετωπίσουν τον «κόφτη» της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής που αποτέλεσε ένα μέτρο που σίγουρα έπρεπε να εφαρμοστεί, αλλά ίσως όχι να ξεκινήσει σε μια χρονιά καραντίνας με φτωχή την εκπαιδευτική προετοιμασία μεγάλης μερίδας των τελειόφοιτων του Λυκείου.

Θολό τοπίο

Μέσα σ’ όλα αυτά, το ερώτημα είναι τι εικόνα θα παρουσιάζουν τα συνολικά σχολεία της χώρας το δεύτερο τετράμηνο της χρονιάς και εάν τελικά θα πάμε και εφέτος για αναβολή των ενδοσχολικών και προαγωγικών εξετάσεων.

«Οι αποφάσεις του προηγούμενου χρονικού διαστήματος δημιουργούν μαθησιακές και διδακτικές διαφοροποιήσεις, που ειδικά για τους μαθητές της Γ΄ Λυκείου μπορεί να αποβούν κρίσιμες» λέει σχετικά ο ειδικός γραμματέας της ΟΛΜΕ Ανδρέας Παπαδαντωνάκης. «Το πρόβλημα εντείνεται όσο η διαφοροποίηση στον δια ζώσης διδακτικό χρόνο γίνεται μεγαλύτερη και λειτουργεί προσθετικά στις διαφορές που ήδη έχουν δημιουργηθεί λόγω των τεχνικών προβλημάτων κατά τη διάρκεια της τηλεκπαίδευσης, που σε κάποια σχολεία και για κάποιους μαθητές έκαναν αδύνατη για αρκετές ημέρες τη διδακτική λειτουργία» σημειώνει.

Όλα αυτά ενώ η καραντίνα των τελευταίων μηνών έφερε στην επιφάνεια προβλήματα που ήδη είχαν αρχίζει να διαπιστώνονται σε πολλά εκπαιδευτικά συστήματα. Όπως έλεγε πρόσφατα στο «Βήμα» η κυρία Mary Kalatzis, ελληνίδα επιστήμονας, πρώην κοσμήτορας στη Σχολή Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου του Ιλινόι των ΗΠΑ και καθηγήτρια Εκπαιδευτικής Πολιτικής, συγγραφέας και σύμβουλος για θέματα εκπαίδευσης, ο τρόπος με τον οποίο προχώρησαν το προηγούμενο χρονικό διάστημα τα εκπαιδευτικά συστήματα, με τις διαλέξεις καθηγητών από έδρας που άλλους μαθητές τους κάνουν να βαρεθούν και άλλους απλά να μπερδευτούν, έχει από καιρό τελειώσει… Οι μαθητές δεν είναι πλέον «καταναλωτές γνώσης» αλλά πρέπει να τους ανατίθεται έρευνα, συμμετοχή στην αναζήτηση της πληροφορίας με την χρήση πολλών διαφορετικών μεθόδων.

Είναι πλέον δεδομένο έτσι, ότι οι παραδοσιακές αρχιτεκτονικές εκπαίδευσης αλλάζουν παγκοσμίως και η γνώση αναζητεί νέους τρόπους για να τοποθετηθεί.

Τι γίνεται στην Ευρώπη

Λύσεις στα παραπάνω αναζητούν αυτή την στιγμή όλες οι χώρες της ΕΕ. Όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ του Economist στην Ολλανδία πολλά σχολεία που βρίσκονταν σε περιοχές με υψηλό βιωτικό και οικονομικό επίπεδο, λειτούργησαν με μια συνέπεια. Σε άλλα σχολεία όμως όπως το Mundus College, ένα εμπορικό σχολείο σε μια φτωχότερη γειτονιά του Άμστερνταμ, όπου το ένα τρίτο των μαθητών του είναι νέοι μετανάστες ή πρόσφυγες η εξ αποστάσεως εκπαίδευση δεν λειτούργησε όπως θα έπρεπε. Τα μαθήματα συνεχίστηκαν όσο γινόταν δια ζώσης, ωστόσο όπως δηλώνουν εκπαιδευτικοί του σχολείου, οι μαθητές τους έμειναν αρκετά πίσω από τον κανονικό τους ρυθμό.

Τέτοιες αντιθέσεις παρουσιάστηκαν σε όλη την Ευρώπη, που ωστόσο διαχειρίστηκε την κρίση με σειρά λογικών και μελετημένων αποφάσεων. Στις χώρες της, τα περισσότερα σχολεία άνοιξαν ξανά το φθινόπωρο, ενώ στη Νότια Αμερική και τη Νότια Ασία παρέμειναν κλειστά.

Ανοίγει κι άλλο η «ψαλίδα»

Ωστόσο η «ψαλίδα» του κοινωνικού και οικονομικού χάσματος άνοιξε πολύ. Στη Γαλλία που υπήρξε υπέρμαχος των ανοικτών σχολείων, το χάσμα στις αξιολογήσεις των μαθητών από διαφορετικές περιοχές της αυξήθηκε κατά πολύ. Στη Γερμανία, μετά το πρώτο λοκ ντάουν, ο διδακτικός χρόνος στα σχολεία μειώθηκε από 7,4 σε 3,6 ώρες την ημέρα.

Στις εθνικές εξετάσεις του περασμένου έτους, στην Ολλανδία προέκυψε με το θλιβερό συμπέρασμα ότι κατά τη διάρκεια του πρώτου λοκ ντάουν της περυσινής άνοιξης, ο μέσος μαθητής δεν είχε μάθει τίποτα… Πολλοί μαθητές που προέρχονταν από οικογένειες με χαμηλό μορφωτικό υπόβαθρο δε, του δυο πρώτους μήνες του σχολείου ήξεραν λιγότερα απ όσα ήξεραν πριν.

Η Γαλλία από την πλευρά της υποστήριξε από την αρχή ότι οι κίνδυνοι για την εκπαίδευση και την κοινωνική συνοχή που δημιούργησε στις σύγχρονες κοινωνίες η πανδημία, ήταν μεγαλύτεροι από εκείνους που δημιούργησε για την δημόσια υγεία. Έτσι τα σχολεία της έμειναν ανοικτά, αν και από τον Νοέμβριο τα περισσότερα γυμνάσια λειτουργούν σε βάρδιες.

Η Γερμανία έκλεισε τα σχολεία της από τις 16 Δεκεμβρίου έως τις 15 Φεβρουαρίου. Η Βόρεια Ευρώπη ακολούθησε κατά προσέγγιση το γερμανικό πρότυπο (εκτός από τη Σουηδία που ακολούθησε την δική της πολιτική και έκλεισε τα σχολεία της μόνο για λίγο τον Ιανουάριο).

Στη νότια Ευρώπη, τα ισπανικά σχολεία παρέμειναν ανοιχτά από το φθινόπωρο, αν και τα περισσότερα γυμνάσια λειτουργούν με εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Ωστόσο περίπου 35.000-40.000 νέοι δάσκαλοι και βοηθοί έχουν προσληφθεί από την αρχή της χρονιάς για να λειτουργήσουν ολιγομελείς τάξεις.

Στην Ιταλία, η πρωτοβάθμια εκπαίδευση δεν σταμάτησε. Τα γυμνάσια, που έκλεισαν τον Νοέμβριο, έχουν ανοίξει ξανά για τις περισσότερες τάξεις. Και οι δύο χώρες ωστόσο δυσκολεύτηκαν όσο εφάρμοσαν τις μεθόδους εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, λόγω των συνδέσεων στο Διαδίκτυο ή τις έλλειψης υπολογιστών σε οικογένειες φτωχότερων μαθητών.

Στην Πολωνία τα σχολεία έκλεισαν από τα τέλη Οκτωβρίου, ενώ για τους μαθητές έως οκτώ ετών άνοιξαν ξανά στις 18 Ιανουαρίου. Τα σχολεία της Ρουμανίας έμειναν κλειστά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο, άνοιξαν ξανά στις 8 Φεβρουαρίου, αλλά περισσότερο από το ένα τέταρτο των παιδιών της χώρας δεν είχε εύκολη πρόσβαση στην διαδικτυακή εκπαίδευση.

Τα ολλανδικά γυμνάσια παρέμειναν ανοιχτά για τους μαθητές κατά το τελευταίο έτος πριν από τις εθνικές τους εξετάσεις.

Στη Γαλλία, βέβαια οι φημισμένες εξετάσεις του «Μπακαλορεά» έχουν ακυρωθεί, εκτός από το μέρος της ύλης που το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας απαιτεί να εξεταστεί ως απαραίτητο: γαλλική λογοτεχνία, η τελική προφορική εξέταση των μαθητών και μαθητριών και η γραπτή εξέταση τους στη φιλοσοφία.

Η Αυστρία, η Δανία και οι Κάτω Χώρες άνοιξαν ξανά τα δημοτικά τους σχολεία στις 8 Φεβρουαρίου. Η Ρουμανία άνοιξε ξανά τα δημοτικά και τα περισσότερα γυμνάσια.

Πηγή:https://www.tovima.gr/

https://medium.com/notonlymaths/

18 Φεβρουαρίου, 2021

Leave a Reply

Κατασκευή και φιλοξενεία ιστοσελίδων Computer World - Ζέλκας Ευριπίδης