Η απώλεια της όσφρησης είναι ο πιο αξιόπιστος δείκτης ότι μπορεί να έχεις COVID-19

Ως ένα από τα πιο παράξενα συμπτώματα της νόσου COVID-19, η απώλεια της όσφρησης μπορεί να είναι ξεκάθαρο σημάδι ότι έχετε προσβληθεί από τον ιό. Μάλιστα, ένα πρόσφατο άρθρο στους The New York Times ανέφερε ότι έως και το 87% των ασθενών βιώνει αυτό το σύμπτωμα.

Και, σύμφωνα με το Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Vanderbilt, περίπου στο 25% των ατόμων που έχουν διαγνωστεί με COVID-19, το πρώτο και μοναδικό σημάδι ότι κάτι δεν πάει καλά είναι η απώλεια της όσφρησης.

Επειδή αυτό το σύμπτωμα (ο ιατρικός όρος είναι ανοσμία) μπορεί να χρησιμεύσει ως βασικός δείκτης για τη διάγνωση, ερευνητές στην Ινδία διεξήγαγαν μια μελέτη για να προσδιορίσουν εκείνες τις μυρωδιές που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τους καλύτερους δείκτες για την COVID-19.

Νέα συνδυασμένη ανάλυση αποκαλύπτει ότι το σύμπτωμα αυτό εκδηλώνουν σχεδόν οι οκτώ στους δέκα ασθενείς. Ωστόσο μόνο οι μισοί το αντιλαμβάνονται, γι’ αυτό και δεν αναφέρεται πάντοτε στους γιατρούς. Είναι όμως πρώιμο σύμπτωμα της λοίμωξης που προκαλεί ο νέος κοροναϊός.

Οι άνθρωποι που νοσούν από τη λοίμωξη που προκαλεί ο κοροναϊός Covid-19 εκδηλώνουν συχνά ένα σύμπτωμα, το οποίο δεν αντιλαμβάνονται πάντοτε, σύμφωνα με μία νέα μελέτη.

Το σύμπτωμα αυτό είναι η απώλεια της όσφρησης (ανοσμία), η οποία πιστεύεται ότι αποτελεί πρώιμο σύμπτωμα της λοίμωξης Covid-19. Η μερική ή πλήρης απώλεια της όσφρησης έχει αναφερθεί σε πολλές μελέτες. Ωστόσο η συχνότητά της ως συμπτώματος της λοίμωξης που προκαλεί ο κοροναϊός, κυμαινόταν από 5% έως 98%.

Και, σύμφωνα με το Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Vanderbilt, περίπου στο 25% των ατόμων που έχουν διαγνωστεί με COVID-19, το πρώτο και μοναδικό σημάδι ότι κάτι δεν πάει καλά είναι η απώλεια της όσφρησης.

Επειδή αυτό το σύμπτωμα (ο ιατρικός όρος είναι ανοσμία) μπορεί να χρησιμεύσει ως βασικός δείκτης για τη διάγνωση, ερευνητές στην Ινδία διεξήγαγαν μια μελέτη για να προσδιορίσουν εκείνες τις μυρωδιές που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τους καλύτερους δείκτες για την COVID-19.

Μπορείτε να μυρίσετε την μέντα και το καρυδέλαιο;

Επειδή η μελέτη προήλθε από την Ινδία, οι ερευνητές επέλεξαν πέντε αρώματα που ήταν πιο συχνά σε ινδικά νοικοκυριά. Διαπίστωσαν ότι τα άτομα που είχαν δυσκολία να μυρίσουν την μέντα και το καρυδέλαιο ήταν πιθανότερο να έχουν κορονοϊό.

Συνολικά, η ερευνητική ομάδα εξέτασε 25 οσμές, επιλέγοντας τελικά πέντε για χρήση στο πείραμα, με τις οποίες οι συμμετέχοντες ήταν πιο εξοικειωμένοι: καρυδέλαιο, κάρδαμο, μάραθος, μέντα και σκόρδο. Στη συνέχεια βαθμολόγησαν τα αρώματα με βάση την ισχύ και την οικειότητα και ανέπτυξαν ένα πρωτότυπο τεστ, το οποίο οι άνθρωποι θα μπορούσαν εύκολα να αναδημιουργήσουν στο σπίτι.

Τελικά, ανακάλυψαν μειωμένη όσφρηση σε περίπου 50% των -κατά τ’ άλλα- ασυμπτωματικών ασθενών με COVID-19. Από τα πέντε αρώματα, η μέντα και το καρυδέλαιο ήταν εκείνα που οι συμμετέχοντες με ορονοϊό είτε δεν μπορούσαν να μυρίσουν καθόλου, είτε τις αναγνώριζαν λανθασμένα ως κάτι άλλο. Συγκεκριμένα:

  • Το 36,7% και το 22,4% των ασθενών δεν αναγνώρισαν σωστά την μέντα και το καρυδέλαιο αντίστοιχα.
  • Το 24,5% των ασθενών δεν μπόρεσε να μυρίσει καν την μέντα και το 20,4% δεν μπορούσε να μυρίσουν καθόλου το καρυδέλαιο.

COVID-19: Γιατί οι ασθενείς χάνουν την όσφρηση

Τα άτομα με παθήσεις στο ανώτερο αναπνευστικό σύστημα αντιμετωπίζουν συχνά “συμφόρηση, καταρροή και άλλα ρινικά συμπτώματα”, τα οποία μπορούν να εμποδίσουν την πρόσβαση στο νευρικό σύστημα αναγνώρισης αρωμάτων. Αλλά, σύμφωνα με το Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Vanderbilt, το πιο πιθανό είναι ότι ο κορονοϊός προκαλεί φλεγμονώδη αντίδραση μέσα στην μύτη και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της οσφρητικής ικανότητας των νευρώνων.

Όπως σημείωσαν οι ερευνητές στην μελέτη τους, η οποία σημειωτέον δεν έχει ακόμη επιθεωρηθεί και δημοσιευθεί σε επιστημονικό περιοδικό, τα απλά τεστ όσφρησης στο σπίτι θα μπορούσαν να έχουν τεράστιο αντίκτυπο στην παγκόσμιες προσπάθεια ελέγχου του κορονοϊού.

Και, σύμφωνα με μια νέα μελέτη, η οποία παρουσιάστηκε στο συνέδριο ESCMID 2020 για τη νόσο του κορονοϊού (ECCVID), αυτό θα μπορούσε να έχει σχέση με την ποσότητα ψευδαργύρου στην κυκλοφορία του αίματός τους.

Ο ψευδάργυρος είναι γνωστό ότι έχει αντιιικές ιδιότητες. Αν και είναι γνωστό ότι μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή του κοινού κρυολογήματος, οι ερευνητές ήθελαν να μάθουν αν έχει τις ίδιες προστατευτικές ιδιότητες απέναντι στον κορονοϊό, ο οποίος τυχαίνει να ανήκει στην ίδια ιογενή οικογένεια με το κρυολόγημα.

Κορονοϊός: Το επίπεδο ψευδάργυρου των επιζώντων COVID-19 ήταν σημαντικά υψηλότερο

Η μελέτη, που διεξήχθη με επικεφαλής τον δρ. Roberto Güerri-Fernández του νοσοκομείου Del Mar στη Βαρκελώνη, αφορούσε μια ομάδα 611 ανδρών και γυναικών με μέσο όρο ηλικίας 63 ετών, που πάσχουν από συμπτώματα COVID-19 και νοσηλεύθηκαν στα μέσα Μαρτίου έως το τέλος Απριλίου.

Αναλύοντας τις αιματολογικές τους εξετάσεις, επικεντρώθηκαν στα επίπεδα ψευδάργυρου στο αίμα νηστείας, εστιάζοντας σε 249 συμμετέχοντες, εκ των οποίων οι 21 δυστυχώς κατέληξαν εξαιτίας επιπλοκών από τη νόσο COVID-19. Ο μέσος όρος του επιπέδου ψευδάργυρου ήταν 61 μικρογραμμάρια ανά δέκατο λίτρου αίματος.

Ωστόσο, εκείνοι που πέθαναν είχαν κατά μέσο όρο 43 μικρογραμμάρια ψευδαργύρου ενώ το επίπεδο ψευδαργύρου των επιζώντων ήταν σημαντικά υψηλότερο: 63,1 μικρογραμμάρια ανά δέκατο λίτρου αίματος.

Ακόμη και αφότου έλαβαν υπόψη στα αποτελέσματα άλλες μεταβλητές, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι κάθε παραπάνω μονάδα ψευδαργύρου στο αίμα τη στιγμή που ένας ασθενής εισήχθη στο νοσοκομείο, αντιστοιχούσε σε 7% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου.

“Τα χαμηλότερα επίπεδα ψευδαργύρου κατά την εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο συσχετίζονται με υψηλότερη φλεγμονή κατά τη διάρκεια της λοίμωξης και φτωχότερο τελικό αποτέλεσμα”, σημείωσαν οι συγγραφείς της μελέτης.

“Έχουμε υποβάλει την έκθεσή μας με αυτή την έρευνα και μερικές in vitro μελέτες που δείχνουν ότι ο ψευδάργυρος έχει κάποιες κλινικές επιπτώσεις στον έλεγχο των ιών”, δήλωσε ο δρ. Güerri-Fernández. Και πρόσθεσε: “Πιστεύω ότι εάν επιβεβαιωθούν αυτά τα αποτελέσματα θα μπορούσαν να γίνουν περαιτέρω μελέτες για τα συμπληρώματα ψευδαργύρου. Επιπλέον, ορισμένες μελέτες έχουν ήδη πραγματοποιηθεί με ψευδάργυρο και αναπνευστικές λοιμώξεις. Πιθανώς οι ασθενείς με χαμηλότερα επίπεδα είναι εκείνοι που θα ωφεληθούν περισσότερο”.

Κορονοϊός: Ο ψευδάργυρος είναι σημαντικός στην θεραπεία

Αν και η εν λόγω έρευνα δεν είναι καθόλου οριστική, η λήψη ψευδαργύρου εάν κάποιος έχει ανεπάρκεια (ειδικά κατά τη διάρκεια της περιόδου κρυολογήματος και γρίπης) είναι πάντα μια καλή ιδέα. Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή, διότι αν πάρετε περισσότερο ψευδάργυρο από ό,τι χρειάζεστε, τότε δεν θα έχετε επιπλέον προστασία.

“Είναι πολύ σαφές: Εάν έχετε ανεπάρκεια ψευδαργύρου, το ανοσοποιητικό σας σύστημα δεν θα λειτουργήσει το ίδιο καλά”, δήλωσε ο δρ. David Hafler, καθηγητής νευρολογίας και ανοσοβιολογίας στη Σχολή Ιατρικής του Yale.

Και πρόσθεσε: “Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ψευδάργυρος είναι σημαντικός. Αλλά άπαξ και έχετε την ελάχιστη ποσότητα ψευδαργύρου στο αίμα, δεν υπάρχουν στοιχεία ότι το να πάρετε περισσότερο θα ενισχύσει το ανοσοποιητικό σας σύστημα”.

Η απώλεια της αίσθησης της όσφρησης αποτελεί πιθανώς πιο αξιόπιστο δείκτη ως σύμπτωμα για τη νόσο Covid-19 από ό,τι είναι ο βήχας, σύμφωνα με Βρετανούς επιστήμονες.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημιακού Κολλεγίου του Λονδίνου (UCL), με επικεφαλής την καθηγήτρια Ρέιτσελ Μπάτερχαμ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «PLoS Medicine», μελέτησαν 590 ανθρώπους που κατά τον προηγούμενο μήνα είχαν χάσει την όσφρηση τους ή/και τη γεύση τους και βρήκαν ότι το 78% (οι τέσσερις στους πέντε) είχαν αντισώματα έναντι του κορονοϊού SARS-CoV-2. Από όσους είχαν αντισώματα, το 40% ήταν κατά τα άλλα ασυμπτωματικοί, χωρίς καθόλου βήχα ή πυρετό.

Η μελέτη βρήκε ότι τα άτομα με αιφνίδια και οξεία απώλεια όσφρησης έχουν σχεδόν τριπλάσια πιθανότητα να έχουν αντισώματα κατά του κορονοϊού, σε σχέση με όσους έχουν απώλεια γεύσης. Οι ερευνητές ανέφεραν ότι η υπερβολική έμφαση στον πυρετό και στον βήχα ως κύρια συμπτώματα της Covid-19 είναι πιθανώς εσφαλμένη και τόνισαν ότι η απώλεια όσφρησης πρέπει πλέον να αναγνωριστεί διεθνώς ως βασικό σύμπτωμα της Covid-19 και όχι ως δευτερεύον.

«Σήμερα, οι περισσότερες χώρες του κόσμου δεν αναγνωρίζουν την ξαφνική απώλεια όσφρησης ως σύμπτωμα της Covid-19. Τα ευρήματα μάς δείχνουν ότι οι άνθρωποι που προσέχουν πως χάνουν την ικανότητά τους να μυρίζουν π.χ. το σκόρδο, τον καφέ και τα αρώματα, πρέπει να αυτο-απομονωθούν και να κάνουν μοριακό τεστ», ανέφερε η δρ Μπάτερχαμ.

Μολονότι η απώλεια όσφρησης δεν εκδηλώνεται σε όλους τους ασθενείς Covid-19, το φαινόμενο είναι τελικά αρκετά συχνό (περίπου στο 60% των ασθενών σύμφωνα με προηγούμενη μελέτη του Βασιλικού Κολλεγίου του Λονδίνου) και πρέπει να δημιουργεί υποψίες, ακόμη κι αν δεν συνοδεύεται από βήχα ή πυρετό. Η απώλεια όσφρησης λόγω της λοίμωξης από τον κορονοϊό είναι κάτι διαφορετικό και πιο έντονο από ό,τι το μπλοκάρισμα της όσφρησης και την αλλοίωση της γεύσης εξαιτίας ενός κρυολογήματος.

Οι άνθρωποι με κορονοϊό που χάνουν μόνο την όσφρηση τους, χωρίς άλλο σύμπτωμα, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι να μεταδώσουν τον ιό σε άλλους, επειδή συνήθως νιώθουν καλά, δεν έχουν επίγνωση ότι είναι φορείς του κορονοϊού και δεν παίρνουν ιδιαίτερα μέτρα προστασίας των άλλων.

Πηγές: https://www.univadis.co.uk, https://www.msn.com

Πηγή: https://www.yahoo.com

(ΑΠΕ-ΜΠΕ)

31 Οκτωβρίου, 2020
Κατασκευή και φιλοξενεία ιστοσελίδων Computer World - Ζέλκας Ευριπίδης