AstraZeneca, Pfizer, Moderna, Johnson&Johnson: Πότε και πόση ανοσία πετυχαίνουν

Πόση ανοσία παρέχει το κάθε εμβόλιο κορονοϊού από αυτά που κάνουμε στην ΕΕ. Τα στοιχεία για Pfizer/BioNTech, AstraZeneca, Moderna και Johnson&Johnson.

Τα εμβόλια για τον κορονοϊό έχουν αδειοδοτηθεί από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA), είναι αυτά της Pfizer/BioNTech, της AstraZeneca, της Moderna και της Johnson&Johnson.

Αυτή την περίοδο στην Ελλάδα γίνεται ο εμβολιασμός των 30 έως 44 ετών μόνο με AstraZeneca, ενώ οι μεγαλύτερες ηλικίες με όλα τα εμβόλια.

Το υπουργείο Υγείας της Κύπρου έδωσε πριν λίγες μέρες στη δημοσιότητα έναν πίνακα και όλα τα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα των εμβολίων, αλλά και πότε πιάνουν ανοσία.

Όσον αφορά, λοιπόν,  στο ποσοστό ανοσίας μετά από κάθε δόση ανά εμβόλιο, τα δεδομένα είναι τα ακόλουθα:

– Pfizer/BioNTech: προσφέρει ανοσία 52% επτά ημέρες μετά την 1η δόση, με το ποσοστό να αυξάνεται στο 89% ύστερα από μια ακόμη εβδομάδα. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Pfizer, επτά ημέρες μετά τη 2η δόση, η αποτελεσματικότητα φτάνει στο 91,3% έναντι της ήπιας νόσου COVID-19 και 95,3% έναντι της σοβαρής.

– AstraZeneca: διασφαλίζει ανοσία κατά 70% τρεις εβδομάδες από την 1η δόση, ενώ 15 ημέρες μετά τη 2η δόση επιτυγχάνεται προστασία έναντι της COVID-19 της τάξεως 76% έως 94% και είναι 100% αποτελεσματικό στην αποτροπή σοβαρής νόσου και νοσηλείας.

– Moderna: η αποτελεσματικότητα φθάνει στο 92% 14 ημέρες μετά την 1η δόση, ενώ 14 ημέρες από τη 2η δόση, η αποτελεσματικότητα αγγίζει το 94,1%, ενώ η προστασία έξι (6) μήνες μετά τη 2η δόση ανέρχεται σε 90% έναντι της ήπιας νόσου COVID-19 και στο 95% για σοβαρή.

– Johnson&Johnson: η προστασία αρχίζει μετά από 14 ημέρες, ενώ η αποτελεσματικότητά του έναντι των σοβαρών επιπτώσεων της νόσου COVID-19, μετά τις 28 ημέρες, αγγίζει το 85%. Μετά από 49 ημέρες, το εμβόλιο έχει αποδειχθεί ότι αποτρέπει σχεδόν πλήρως τις εισαγωγές στο νοσοκομείο και τον κίνδυνο θανάτου.

Σχετικά με το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την 1η και τη 2η δόση ανά εμβόλιο, ισχύουν τα εξής:

– Pfizer/BioNTech: Το εμβόλιο των Pfizer/BioNTech χορηγείται σε δύο δόσεις με χρονική διαφορά 3 εβδομάδων μεταξύ τους.

– AstraZeneca: Το εμβόλιο της AstraZeneca χορηγείται σε δύο δόσεις με χρονική διαφορά 8 εβδομάδων μεταξύ τους.

– Moderna: Το εμβόλιο της Moderna χορηγείται σε δύο δόσεις με χρονική διαφορά 28 ημερών μεταξύ τους.

– Johnson & Johnson: Το εμβόλιο της Johnson&Johnson χορηγείται σε μία δόση και όποιος το λάβει ολοκληρώνει το εμβολιαστικό του σχήμα.

Απαντήσεις στις απορίες εγκύων και θηλαζουσών γυναικών αλλά και στην ανησυχία για τυχόν παρενέργειες όσον αφορά στα εμβόλια κορονοϊού έδωσε το πρωί της Τετάρτης ο μαιευτήρας-γυναικολόγος Θ. Παράσχος.

«Υπάρχουν νέα δεδομένα και με βάση τα αποτελέσματα νέας μελέτης, τα εμβόλια της Moderna και της Pfizer προκαλούν ισχυρή ανοσολογική απόκριση σε εγκύους και σε θηλάζουσες μητέρες» είπε μιλώντας στο OPEN.

Όπως τόνισε, τα στοιχεία δηλώνουν ότι τα εμβόλια είναι ασφαλή σε όλες τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία και πιθανότατα προσφέρουν κάποια προστασία στα έμβρυα μέσω του πλακούντα και στα νεογνά μέσω του μητρικού γάλακτος.

«Τα εμβόλια λειτουργούν καλύτερα κι από περιπτώσεις φυσικής ανοσίας»
«Τα τελευταία δεδομένα που έχουμε από την Αμερική είναι της τάξεως των 30.000 γυναικών. Επομένως είναι σαφή τα αποτελέσματα και πολύ ενθαρρυντικά, τα εμβόλια φαίνεται ότι λειτουργούν πολύ καλά σε εγκύους και θηλάζουσες μητέρες, όπως και σε γυναίκες που δεν έχουν μείνει έγκυες μέχρι τώρα», ανέφερε.

Μάλιστα υπογράμμισε ότι τα εμβόλια λειτουργούν ακόμη καλύτερα σε σύγκριση με τις περιπτώσεις φυσικής ανοσίας που αποκτήθηκε όταν νόσησε κάποιος από κορονοϊό.

Οι δύο κατηγορίες γυναικών που πρέπει να προσέξουν
Συνεχίζοντας, ο κ. Παράσχος επεσήμανε ότι είναι δύο οι κατηγορίες για τις οποίες χρειάζεται προσοχή: «Πρώτον οι γυναίκες που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο όπως, για παράδειγμα, όσες εργάζονται σε νοσοκομεία, δηλαδή το ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό, αλλά και οι εκπαιδευτικοί. Δεύτερον, οι γυναίκες με υποκείμενα νοσήματα που διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο σοβαρής νόσου ή και επιπλοκών εγκυμοσύνης. Οι γυναίκες που λόγω επαγγέλματος διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο νόσησης και εκείνες με υποκείμενα νοσήματα θα ήταν συνετό να εμβολιαστούν δύο μήνες πριν την προσπάθεια τεκνοποίησης» είπε.

«Με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα σε όλα τα τρίμηνα της εγκυμοσύνης το εμβόλιο είναι ασφαλές και πρέπει να γίνει, να κάνουμε τουλάχιστον τα εμβόλια της Pfizer και της Moderna που είναι mRNA και μέσα σε 3-4 ημέρες έχουμε την ανοσία. Μάλιστα και οι γυναίκες που δεν έχουν κάποιο υποκείμενο νόσημα ή δεν εργάζονται σε περιβάλλον υψηλής επικινδυνότητας θα πρέπει να εμβολιαστούν. Να εμβολιαστούν δύο μήνες πριν την προσπάθεια τεκνοποίησης γιατί τα μέχρι τώρα δεδομένα δεν είναι πολλά», σημείωσε.

«Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος αποβολής»
Στη συνέχεια, ο αναπληρωτής καθηγητής κλινικής φαρμακολογίας Γ. Παπαζήσης ανέφερε ότι οι Αμερικανοί που έχουν εμβολιάσει κατά βάση με Pfizer και Μοderna έχουν ένα σύνολο 90.000 εγκύων που έχουν εμβολιαστεί.

«Από αυτές τις 90.000 δείχνουν τα δεδομένα ότι δεν έχουν κανένα θέμα ασφάλειας. Διαθέσιμα δεδομένα για τα εμβόλια της Οξφόρδης (σ.σ AstraZeneca) και της Johnson & Johnson μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν. Οπότε έγινε και μια σύσταση από τη δική μας επιτροπή εμβολιασμού ότι για τις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας ίσως θα ήταν προτιμότερο να γίνει εμβόλιο mRNA», σημείωσε.

Για το θέμα της ανασφάλειας που νιώθει η ηλικιακή ομάδα 30-39 είπε:

«Αυτήν τη στιγμή έχεις να διαχειριστείς το συναίσθημα και δεν μπορείς με τη λογική και την επιστημονική τεκμηρίωση να αποδείξεις την ασφάλεια του εμβολίου. Έχει δημιουργηθεί ένα συναίσθημα ανασφάλειας άγχους και αγωνίας στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Δεν υπάρχει βέβαια κανένας κίνδυνος αποβολής, δεν έχει αποδειχθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα. Υπάρχει για τα εμβόλια της AstraZeneca και της Johnson & Johnson ένας αστερίσκος. Επειδή όμως χρειάζεται να εμβολιαστεί ο πληθυσμός, πρέπει να δίνεται μία δυνατότητα ελεύθερης επιλογής».

Πόσο μειώνει τον κίνδυνο μετάδοσης του κορονοϊού μια δόση εμβολίου

Νέα έρευνα δείχνει πώς ακόμη και μία δόση εμβολίου  μπορεί να μειώσει σημαντικά την διασπορά του ιού.

Μία δόση εμβολίου  κατά της Covid-19 μπορεί να μειώσει περίπου στο μισό τον κίνδυνο να μεταδώσει κάποιος εμβολιασμένος τον κορονοϊό στα άλλα μη εμβολιασμένα μέλη του ίδιου νοικοκυριού, σύμφωνα με μια νέα βρετανική έρευνα, την πιο ολοκληρωμένη μέχρι σήμερα σχετικά με το πώς η εμβολιαστική ανοσία επηρεάζει την μεταδοτικότητα του ιού.

Η ανακάλυψη ότι οι άνθρωποι που εμφανίζουν τη λοίμωξη Covid-19 μετά τον εμβολιασμό τους έχουν πολύ μικρότερη πιθανότητα να μολύνουν άλλους, ενισχύει τις ελπίδες ότι η εξάπλωση της νόσου μπορεί να επιβραδυνθεί σημαντικά, ακόμη και μεταξύ των νέων που δεν έχουν κάνει ακόμη το εμβόλιο.

Η μελέτη, η οποία βασίζεται σε στοιχεία του οργανισμού δημόσιας υγείας της Αγγλίας «Public Health England» (PHE), σύμφωνα με τους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» και τη «Γκάρντιαν», περιέλαβε περισσότερες από 57.000 στενές επαφές περίπου 24.000 νοικοκυριών όπου τουλάχιστον ένα άτομο είχε εμβολιασθεί, σε σύγκριση με σχεδόν ένα εκατομμύριο επαφές μη εμβολιασμένων.

Η στατιστική ανάλυση συνέκρινε την πιθανότητα μετάδοσης του κορονοϊού από έναν εμβολιασμένο άνθρωπο σε άλλους, σε σύγκριση με έναν μη εμβολιασμένο. Διαπιστώθηκε ότι όσοι είχαν μολυνθεί τρεις εβδομάδες αφότου είχαν κάνει την πρώτη του εμβολίου της BioNTech/Pfizer ή της Οξφόρδης/AstraZeneca, είχαν 38% έως 49% μικρότερη πιθανότητα να μεταδώσουν τον κορονοϊό σε άλλους μη εμβολιασμένους ανθρώπους στο ίδιο νοικοκυριό.
Η προστασία παρατηρήθηκε περίπου από την 14η μέρα μετά την πρώτη δόση, ανεξάρτητα από την ηλικία του εμβολιασμένου. Οι ειδικοί εξετάζουν κατά πόσο οι δύο δόσεις των εμβολίων μπορούν να μειώσουν ακόμη περισσότερο τον κίνδυνο μετάδοσης από τους εμβολιασμένους στους μη εμβολιασμένους.

Ο υπουργός Υγείας της Βρετανίας Ματ Χάνκοκ δήλωσε ότι τα ευρήματα αποτελούν «φανταστικά νέα» και δείχνουν ότι «τα εμβόλια είναι ο καλύτερος τρόπος εξόδου από την πανδημία, καθώς προστατεύουν εσάς, αλλά επίσης μπορούν να αποτρέψουν να μολύνετε εν αγνοία σας κάποιον στο σπίτι σας».

Παρόλο που η μελέτη είναι «πολύ ενθαρρυντική», σύμφωνα με τη δρα Μαίρη Ράμσεϊ του PHE, ακόμη και οι εμβολιασμένοι άνθρωποι πρέπει να συνεχίσουν να συμπεριφέρονται σαν να έχουν τον ιό, τηρώντας προφυλάξεις όπως το καλό πλύσιμο των χεριών και η τήρηση αποστάσεων από τους άλλους.

Είχε προηγηθεί προ ημερών άλλη βρετανική μελέτη από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της χώρας, η οποία επίσης είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα εμβόλια δεν προστατεύουν απλώς αυτόν που εμβολιάζεται, αλλά επίσης μειώνουν τον κίνδυνο να μεταδώσει τον κορονοϊό σε άλλους. Σύμφωνα με εκείνη την ανάλυση, μία μόνο δόση BioNTech/Pfizer ή Οξφόρδης/AstraZeneca μειώνει κατά σχεδόν 66% τον κίνδυνο μετάδοσης και ειδικότερα κατά 74% τον κίνδυνο λοίμωξης Covid-19 με συμπτώματα. Μετά από δύο δόσεις Pfizer/BioNTech, η μείωση της μετάδοσης αυξάνεται στο 70% και της συμπτωματικής λοίμωξης στον 90% (για το εμβόλιο Οξφόρδης/AstraZeneca, του οποίου οι δύο δόσεις απέχουν περισσότερο χρόνο, δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή στοιχεία για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα).

Πεπεισμένος ότι το εμβόλιο των BioNTech/Pfizer θα είναι αποτελεσματικό και για την ινδική παραλλαγή του κορονοϊού εμφανίστηκε ο εκ των ιδρυτών της BioNTech Ογούρ Σαχίν.

Παράλληλα εξέφρασε την εκτίμηση και την αισιοδοξία πως η Ευρώπη θα έχει επιτύχει την «ανοσία της αγέλης» το αργότερο έως τον Αύγουστο. Τάχθηκε δε υπέρ της σταδιακής χαλάρωσης των περιορισμών και της ανάκτησης ελευθεριών για τους εμβολιασμένους, προειδοποίησε ωστόσο για τον κίνδυνο υπερβολικά πρώιμης χαλάρωσης και καλλιέργειας «κουλτούρας φθόνου» στην κοινωνία.

«Μελετούμε ακόμη την ινδική παραλλαγή, αλλά έχει μεταλλάξεις τις οποίες έχουμε ήδη εξετάσει και για τις οποίες το εμβόλιο είναι αποτελεσματικό, οπότε είμαι πεπεισμένος. Το εμβόλιο είναι έξυπνα κατασκευασμένο και είμαι βέβαιος ότι η προστασία του θα αντέξει. Και αν χρειαστεί να την ενισχύσουμε εκ νέου, θα το κάνουμε. Δεν με ανησυχεί», δήλωσε ο κ. Σαχίν κατά τη διάρκεια διαδικτυακής συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε σε ξένους ανταποκριτές.

Αναφερόμενος στην αποτελεσματικότητα του εμβολίου των BioNTech/Pfizer, ο διακεκριμένος επιστήμονας εξήγησε ότι η αποτελεσματικότητα φθάνει στο ανώτατο σημείο του 95% μία εβδομάδα μετά τη χορήγηση της β’ δόσης. Έξι μήνες μετά η αποτελεσματικότητα περιορίζεται στο 91% και, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, έπειτα από οκτώ μήνες μειώνεται σημαντικά. Με τη γ΄ δόση, η οποία θα πρέπει να χορηγείται εννέα έως δώδεκα μήνες μετά τη β’, η προστασία θα πλησιάσει το 100%, ενώ στο μέλλον εκτιμάται ότι θα χρειάζεται μία δόση του εμβολίου ανά 12 ή 18 μήνες.

διαβάστε στο ourlife.gr

30 Απριλίου, 2021

Leave a Reply

Κατασκευή και φιλοξενεία ιστοσελίδων Computer World - Ζέλκας Ευριπίδης