Στέλιος Καζαντζίδης: 17 χρόνια από τον θάνατο ενός θρύλου

Ο Στέλιος Καζαντζίδης υπήρξε ένας από τους λίγους τραγουδιστές, που κέρδισαν αδιαφιλονίκητα τον τίτλο του λαϊκού ερμηνευτή, αγαπήθηκε φανατικά, μπήκε στις καρδιές και στα σπίτια των ανθρώπων, τραγουδήθηκε όσο λίγοι και χάρισε το αίσθημα της οικειότητας σε όσους ένιωσαν ότι τραγουδά για εκείνους.

Με τη μοναδική υφή της φωνής του κατάφερε να εκφράσει τις αγωνίες, τους φόβους, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων, για τους οποίους η επιβίωση δεν ήταν και τόσο αυτονόητη. Οικονομικά και κοινωνικά αποκλεισμένοι, πρόσφυγες, εργάτες, όλοι αγωνιστές της καθημερινότητας αναζητούσαν στα τραγούδια του παρηγοριά για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν καθημερινά. Και το κοινό του, βέβαια, δεν σταματούσε μόνο σε αυτούς.

Οι λέξεις όπως θρύλος, φαινόμενο, ή ο… Μεγάλος, τον χαρακτήρισαν πολλές φορές κατά την διάρκεια της ζωής του. Άλλωστε αυτό το θείο χάρισμα που είχε στο λαρύγγι, ο μοναδικός του χαρακτήρας, αλλά και η στάση του στην ζωή, αποτέλεσαν την βάση να φτιαχτεί ένας μύθος, τον οποίο πάντα οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να σκέφτονται (ιδιαίτερα σε δύσκολες εποχές) και να τον έχουν φυλαγμένο στην καρδιά τους.

Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε πει κάποτε γι’ αυτόν πως «… δεν είναι το μέταλλο που έχει μέσα στην φωνή, αλλά η καρδιά που έχει μέσα του. Αυτό το σκεύος έχει μέσα του τις φωνές αιώνων. Έχει το χάρισμα του Απόλλωνα και του Διονύσου», ενώ ο αείμνηστος Μάνος Λοΐζος τον είχε χαρακτηρίσει … « μεγαλειώδη και αδευτέροτο»!

Αποτέλεσμα εικόνας για καζαντζιδης-θεοδωρακης χατζηδακης

«Τα βιώματα μου λιώνουν σίδερα…», είχε τραγουδήσει ο Καζαντζίδης, στοίχοι που αντιπροσώπευαν την ζωή του από τα πρώτα της κιόλας χρόνια.

Γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου του 1931 στην οδό Αλαείας 33, στη Νέα Ιωνία, από γονείς πρόσφυγες. Ο πατέρας του Χαράλαμπος (χτίστης στο επάγγελμα), προέρχονταν από το χωριό Καβάκλιτσα στα Κοτύωρα της Μικράς Ασίας, στον Πόντο, και η μητέρα του Γεσθημανή από την Αλάγια της Κιλικίας. Είχαν έρθει στην Ελλάδα την εποχή του Διωγμού. Γνωρίστηκαν στα «προσφυγικά» Πετράλωνα όπου και διέμεναν και παντρεύτηκαν το 1923. Η γιαγιά του, του έλεγε τραγούδια και τον νανούριζε όταν ήταν μωρό. Όπως έλεγε ο ίδιος, πίστευε ότι από αυτήν πήρε τις τεχνικές, τις αναπνοές, το… κλάμα στη φωνή

Ο Χαράλαμπος Καζαντζίδης που είχε χαρακτηριστεί σαν επικίνδυνος κομμουνιστής (μέλος της Εθνικής Τροφοδότης Ανταρτών) δολοφονήθηκε το 1945 και έτσι ο 13χρονος Στέλιος αναγκάστηκε να κάνει πολλές δουλειές για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του. Δούλεψε σε εργοστάσια και υφαντουργία, πούλησε τσιγάρα, κάστανα και κρύο νερό με στάμνα σε κεντρικά σημεία της πρωτεύουσας. Τις νύχτες κοιμόταν στα παγκάκια της Ομόνοιας για να μην ξοδέψει το χαρτζιλίκι που μάζευε και να το πάει τα Σαββατοκύριακα στη μάνα του στη Νέα Ιωνία, για να αγοράσουν γάλα για τον μικρότερο αδελφό του. Αργότερα, έκανε ακόμη πιο σκληρές δουλειές. Κουβάλησε τόνους ολόκληρους ασβέστη και τσιμέντο με το πηλοφόρι στις οικοδομές της Ιωνίας και της Φιλαδέλφειας. Άσχημη εμπειρία για τον Καζαντζίδη και η στρατιωτική του θητεία. Είχε οριστεί υπεύθυνος σε τάγμα μουλαράδων στο Διόνυσο Αττικής και εκεί μια κλωτσιά στα γεννητικά του όργανα, του στέρησε την πατρότητα.

Όμως, από τόσο νεαρή ηλικία η φωνή του είχε αρχίσει να κάνει αίσθηση. Στο εργοστάσιο ΕΣΠΕΡΟΣ στον Περισσό (1950), κατά την διάρκεια της εργασίας και όταν σιγοτραγουδούσε κάποιο σκοπό, οι εργάτες σταματούσαν την δουλειά τους για να τον ακούσουν. Ακόμα και στον εργοστασιάρχη άρεσε τόσο πολύ η φωνή του, που του χάρισε μια κιθάρα.

Τα πρώτα… βήματα

Αποτέλεσμα εικόνας για στέλιος καζαντζίδης: 15 χρόνια από τον θάνατο ενός θρύλου

Από εκείνη τη μέρα και μετά, η κιθάρα έγινε… προέκταση των χεριών του. Πρώτος του δάσκαλος ήταν ο Στέλιος Χρυσίνης, ένας τυφλός συνθέτης. Η ενασχόληση του με την μουσική και το τραγούδι οδήγησαν ένα γείτονα του ταβερνιάρη, στο να τον προσλάβει για να τραγουδάει στην ταβέρνα με αμοιβή ένα πιάτο φαί. Με τον καιρό όμως έγινε γνωστός και στους μουσικούς κύκλους. Στις 2 Ιουλίου του 1952 ο Στέλιος έκανε το δισκογραφικό του ντεμπούτο με ένα τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα. Το τραγούδι αυτό έφερε τον τίτλο «Για μπάνιο πάω» και ήταν γραμμένο για τον καύσωνα που επικρατούσε εκείνο το καλοκαίρι στην πρωτεύουσα. Ο δίσκος δεν πούλησε και η καριέρα του Στέλιου Καζαντζίδη θα έσβηνε πριν καλά καλά αρχίσει. Κάποιοι υπεύθυνοι στην Columbia θεώρησαν πως ο νεαρός τραγουδιστής… δεν ήταν και κάτι το σπουδαίο. Υπήρχε όμως κάποιος που πίστευε πολύ στις δυνατότητες της φωνής του. Αυτός ήταν ο συνθέτης Γιάννης Παπαϊωάννου που του έδωσε το τραγούδι «Οι βαλίτσες», σε στίχους Κώστα Μάνεση, το οποίο και έκανε μεγάλη επιτυχία.

Το… άστρο του Καζαντζίδη είχε αρχίσει να ανατέλλει. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Στέλιος έγινε ο μεγάλος πρωταγωνιστής του λαϊκού τραγουδιού. Εμφανίστηκε στα πλέον γνωστά νυχτερινά κέντρα της εποχής, ενώ πολλοί συνθέτες του έγραψαν τραγούδια, με ξεκάθαρη έφεση σε αυτά του πόνου και της ξενιτιάς. Την τριετία 1953-1956, τον συνόδεψαν στους δίσκους και στα κέντρα, η Ρένα Στάμου, η Βιολέτα, η Μαίρη Γρίλλη και η Καίτη Γκρέυ μία από τις γυναίκες της ζωής του. Η γνωριμία τους, η συνεργασία τους και ο αρραβώνας τους απέφεραν ένα μεγάλο ντουέτο, το «Απόψε Φίλα με» του Μανώλη Χιώτη, μετά το οποίο ακολούθησε και ο χωρισμός τους…

Η πιο γόνιμη περίοδος

Η περίοδος από το 1957 έως το 1965, αποτέλεσε μία από τις πιο παραγωγικές στην ζωή του. Γνωρίστηκε με την Μαρινέλλα στη Θεσσαλονίκη και έσμιξαν τόσο στη ζωή όσο και στο τραγούδι, (παντρεύτηκαν τον Μάιο του 1964 χώρισαν το 1966) συνθέτοντας ένα από τα σημαντικότερα δίδυμα της ελληνικής μουσικής.

Αποτέλεσμα εικόνας για μαρινέλλα καζαντζίδης - μαρινέλλα

Συνεργάστηκαν, κάνοντας μεγάλες επιτυχίες με κορυφαίους συνθέτες (Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, Καλδάρας, Χιώτης, Θεοδωράκης, Λοϊζος, Χατζιδάκης, Ξαρχάκος, Λεοντής και άλλους), ενώ εμφανίστηκαν με τεράστια επιτυχία στα μεγαλύτερα λαϊκά κέντρα της εποχής. Μάλιστα ήταν τότε που τραγούδησε και τον… ύμνο «Συννεφιασμένη Κυριακή», δείχνοντας με ανεπανάληπτο τρόπο το μεγαλείο της φωνής του. Δεν είναι τυχαίο που τα τραγούδια που του δόθηκαν ήταν μουσικά αριστουργήματα, αφού προορίζοντας για την δική του φωνή (αυτό το μακρόσυρτο ααααααααα του Στέλιου έχει μείνει στην ιστορία), για το δικό του μουσικό εκτόπισμα!

Τo 1965 κι ενώ βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα νυχτερινά κέντρα. Τήρησε την επιλογή του αυτή ως το τέλος της ζωής του και η μόνη επαφή με το κοινό ήταν μέσω των δίσκων του. Για κάποιο διάστημα και αυτή η επικοινωνία διακόπηκε, λόγω προβλημάτων που είχε με τη δισκογραφική εταιρεία «Μίνως».

Στη δισκογραφία επανήλθε, έπειτα από 12 χρόνια απουσίας, το 1987, συνεργαζόμενος με τους Τάκη Σούκο, Λευτέρη Χαψιάδη, Θανάση Πολυκανδριώτη, Θοδωρή Καμπουρίδη, Μάκη Ερημίτη, Αντώνη Βαρδή, Σώτια Τσώτου και άλλους άξιους δημιουργούς. Το κύκνειο άσμα του ήταν ο δίσκος «Έρχονται χρόνια δύσκολα».

Τα περισσότερα τραγούδια που είπε ο Καζαντζίδης εντάσσονται στο ευρύτερο κοινωνικό, λαϊκό τραγούδι. Παρόλο που πολλά από αυτά δεν χαρακτηρίζονται από σαφείς κοινωνικο-πολιτικούς οραματισμούς, περιείχαν άμεσους κοινωνικούς προβληματισμούς και ανησυχίες. Με την καθαρή του φωνή, τραγούδησε με τον πιο εκφραστικό τρόπο τα βάσανα, τους πόνους, τις πίκρες, τα μεράκια, τις μεγάλες αγάπες, τους πόθους και τις ελπίδες των Ελλήνων, τις φτώχειες, τις λύπες, αλλά και τις χαρές του απλού ανθρώπου της εργατιάς και της βιοπάλης.

Τραγούδησε για τον εργάτη, τον αγρότη, τον πατέρα, τη μάνα, τους χωρισμένους, τον πρόσφυγα, τον κατατρεγμένο, τον μετανάστη, τον απόκληρο και τον αδικημένο. «Φεύγω με πίκρα στα ξένα», «Πικρό σα δηλητήριο είναι το διαβατήριο», «Το ψωμί της ξενιτιάς», «Ένα πιάτο άδειο στο τραπέζι», «Στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές» ήταν κάποια απ’ αυτά… Όλοι οι μεγάλοι του λαϊκού, τραγούδησαν για τις εκατοντάδες χιλιάδες των Ελλήνων μεταναστών που γέμιζαν τα τραίνα και τα πλοία, αλλά κανείς σαν κι αυτόν!

Ο δεύτερος και τελευταίος γάμος του Στέλιου ήταν με τη Βάσω Κολοβού, τον Απρίλιο του 1982, η οποία στάθηκε πλάι του μέχρι το τέλος της ζωής του. Μεγάλη αδυναμία του Καζαντζίδη αποτελούσαν η θάλασσα και το ψάρεμα, κάτι που το απολάμβανε κατά την διαμονή του στον Άγιο Κωνσταντίνο. Τεράστια αδυναμία όμως είχε και στη μητέρα του, την κυρία Γεσθημανή, η οποία είχε σαν τελευταία επιθυμία της να βάλει ο Στέλιος τη φωτογραφία της στο δίσκο του. Η επιθυμία της εκπληρώθηκε και ο δίσκος «Ελεύθερος» αφιερώθηκε σε εκείνη. «Μάνα, η πιο αληθινή αγάπη. Η μάνα δεν αλλάζεται με τίποτα, ούτε με όλα τα πλούτη του κόσμου», είχε πει…

Ο Καζαντζίδης μπήκε στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών στις 6 Απριλίου του 2001, όταν είχε διαπιστώσει ότι ήδη ο καρκίνος τον είχε καταλάβει. Λίγες μέρες αργότερα μεταφέρθηκε στο Όφενμπαχ της Γερμανίας για ραδιοθεραπεία και περί τα μέσα Μαϊου, όταν επέστρεψε, έμεινε στο σπίτι του. Στο Ιατρικό Κέντρο μεταφέρθηκε στις 4 Ιουνίου. Έπειτα από 161 δύσκολα μερόνυχτα, ο Στέλιος υπέκυψε σαν σήμερα  στις 10:53 το πρωί, στο 917 δωμάτιο του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών, ρίχνοντας μία ολόκληρη Ελλάδα στο… πένθος. Η ταφή του έγινε στο Νεκροταφείο της Ελευσίνας, πλάι στον τάφο της μητέρας του Γεσθημανής, όπως το επιθυμούσε ο ίδιος, ενώ η κηδεία του εξελίχθητε σε… λαϊκό προσκύνημα, από χιλιάδες θαυμαστές, που έσπευσαν να του πουν από κοντά το στερνό αντίο.

Η φωνάρα του Στέλιου χτυπά από τότε ακόμα πιο δυνατά στις καρδιές όλων μας. Οι εμπειρίες και οι συγκινήσεις που έζησε ο κόσμος, με αυτόν στο πλάι του, δεν μπορούν να λησμονηθούν. Ο Καζαντζίδης είναι διαχρονικός και βρίσκεται στα γλέντια, στις χαρές και στις στεναχώριες μας (μην ξεχνάμε πως σε όλα τα νυχτερινά μαγαζιά, το λαϊκό πρόγραμμα των καλλιτεχνών είναι εμπλουτισμένο με τα τραγούδια του). Ο Στελάρας της φτωχολογιάς και των ξενιτεμένων, που δεν δέχτηκε ποτέ να περπατήσει πάνω σε… κόκκινα χαλιά και έμεινε πιστός στην καταγωγή του, παρέμεινε, μέχρι τη μέρα που έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 70 χρόνων, ο αγνός άνθρωπος που όλη η Ελλάδα είχε αγαπήσει. Αυτός που του άρεσε το ψάρεμα, η καλή παρέα και το τραγούδι. Αυτός που… ήθελε να τραγουδά πάντα την αλήθεια!

«Τα τραγούδια μου είναι ο λαός, τα τραγούδια μου είναι η αλήθεια, τα τραγούδια μου είμαι εγώ…»

planetnews

Σεπτέμβριος 13, 2018

Leave a Reply

Κατασκευή και φιλοξενεία ιστοσελίδων Computer World - Ζέλκας Ευριπίδης